Meta:Σχετικά

Από protonation
Αναθεώρηση ως προς 00:47, 1 Νοεμβρίου 2015 από τον WikiSysop (Συζήτηση | συνεισφορές)
(διαφορά) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
protonate |ˈprōtnˌāt| verb [ trans. ] (often be protonated) Chemistry transfer a proton to (a molecule, group, or atom), so that a coordinate bond to the proton is formed. DERIVATIVES protonation |ˌprōtnˈā sh ən| noun
Η περιγραφή από το blog

A collection of small walled gardens


Why?

Because