Daniel Chandler - Σημειωτική για Αρχαρίους/Πλεονεκτήματα της Σημειωτικής

From protonation
Jump to navigation Jump to search

Πρόλογος

  1. Εισαγωγή
  2. Σημεία
  3. Τρόπος (Μodality)
  4. Υποδείγματα & Συντάγματα
  5. Συνταγματική Ανάλυση
  6. Υποδειγματική Ανάλυση
  7. Καταδήλωση & Συμπαραδήλωση
  8. Μεταφορά και Μετωνυμία
  9. Κώδικες
  10. Τρόποι προσαγόρευσης
  11. Κωδικοποίηση-Αποκωδικοποίηση
  12. Άρθρωση
  13. Διακειμενικότητα
  14. Πλεονεκτήματα της Σημειωτικής
  15. Κριτικές της Σημειωτικής
  16. Εφαρμόστε Μόνοι Σας Σημειωτική

Παραπομπές, Προτεινόμενα Αναγνώσματα, Ευρετήριο

Η Mary Douglas εισηγείται ότι «κάθε επιστήμη που έχει ληθαργικά θεωρήσει ως δεδομένες τις συνθήκες επικοινωνίας της ανακαλύπτει ότι η σημειωτική ανάλυση μπορεί να ανοίξει νέους ορίζοντες συνειδητοποίησης και να εγείρει νέα θεωρητικά ερωτήματα» (Douglas 1982, 199). Ενώ αυτό σημαίνει ότι πολλοί επιστήμονες που συναντούν τη σημειωτική τη βρίσκουν ανησυχητική, άλλοι τη βρίσκουν συναρπαστική. Οι σημειωτικές τεχνικές, «με τις οποίες η αναλογία της γλώσσας ως συστήματος επεκτείνεται στην κουλτούρα ως σύνολο» μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστούν «μιαν ουσιαστική διαφωνία με τη θετικιστική και εμπειρική παράδοση που είχαν περιορίσει σημαντικά την προγενέστερη θεωρία της κουλτούρας» (Franklin et al. 1996, 263). Οι Robert Hodge και Gunther Kress υποστηρίζουν ότι αντίθετα από πολλούς ακαδημαϊκούς κλάδους, «η σημειωτική προσφέρει την υπόσχεση μιας συστηματικής, συνολικής και συνεπούς μελέτης των επικοινωνιακών φαινομένων που λαμβάνονται ως σύνολο, και όχι μόνο περιστασιακά» (Hodge & Kress 1988, 1). Η σημειωτική μας προσφέρει ένα ενιαίο εννοιολογικό πλαίσιο κι ένα σύνολο μεθοδων και όρων, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν «στο πλήρες φάσμα των σημασιοδοτικών πρακτικών: χειρονομίες, ρούχο, γραφή, ομιλία, φωτογραφία, κινηματογράφος, τηλεόραση, κλπ.» (Turner 1992, 17).

Η σημειωτική μπορεί να μην είναι μια επιστήμη καθεαυτήν, αλλά είναι τουλάχιστον μια εστία διερεύνησης με κεντρικό ενδιαφέρον τις πρακτικές σημασιοδότησης, τις οποίες οι συμβατικοί ακαδημαϊκοί κλάδοι θεωρούν περιφερειακές. Ο David Mick εισηγείται, παραδείγματος χάριν, ότι «καμμιά επιστήμη δε μελετά την αναπαράσταση με την αυστηρότητα που το κάνει η σημειωτική» (Mick 1988, 20): δηλαδή, με αυτό που έχει ορισθεί ως «η κοινωνική διαδικασία εξαγωγής νοημάτων μέσα σε όλα τα διαθέσιμα σημασιοδοτικά συστήματα» (John Hartley in O'Sullivan et al. 1994, 265).

Η παραδοσιακή δομική σημειωτική εφαρμόσθηκε πρωταρχικά στην ανάλυση κειμένου, αλλά είναι παραπλανητικό να ταυτίζει κανείς τη σύγχρονη σημειωτική με το στρουκτουραλισμό. Η στροφή προς την κοινωνική σημειωτική απεικονίζεται στο αυξημένο ενδιαφέρον για το ρόλο του αναγνώστη. Σε όλες τις μορφές της, η σημειωτική είναι ανεκτίμητη, αν θέλουμε να δούμε πέρα από το φανερό περιεχόμενο των κειμένων. Η στρουκτουραλιστική σημειωτική προσπαθεί να δει πίσω ή κάτω από την επιφάνεια των παρατηρουμένων, για να ανακαλύψει την θεμελιώδη οργάνωση των φαινομένων. Όσο πιο προφανής εμφανίζεται η στρουκτουραλιστική οργάνωση ενός κειμένου ή κώδικα, τόσο δυσκολότερο μπορεί να είναι να δει κανείς πέρα από τα επιφανειακά χαρακτηριστικά του (Langholz Leymore 1975, 9). Η αναζήτηση αυτού που είναι 'κρυμένο' κάτω από το προφανές μπορεί να οδηγήσει σε καρποφόρες ενοράσεις. Η σημειωτική είναι επίσης κατάλληλα προσαρμοσμένη για να εξερευνά συμπαραδηλωτικές σημασίες. Η κοινωνική σημειωτική μας προειδοποιεί για το πώς το ίδιο κείμενο μπορεί να γεννήσει διαφορετικές σημασίες για διάφορους αναγνώστες.

Μολονότι και ο 'κοινότυπος' και ο θετικιστικός ρεαλισμός επιμένουν ότι η πραγματικότητα είναι ανεξάρτητη από τα σημεία προς τα οποία αναφέρεται, η σημειωτική δίνει έμφαση στο ρόλο των σημασιοδοτικών συστημάτων στην κατασκευή της πραγματικότητας. Ο John Hartley υποστηρίζει ότι «κάθε πράγμα και κάθε ιδέα που γνωρίζουμε συλλαμβάνεται μέσω σημασιοδοτικών συστημάτων» (Hartley 1982, 33). Προσθέτει ότι «το σημασιοδοτικό σύστημα καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το αναφερόμενο, και τα αναφερόμενα δεν είναι δεδομένες οντότητες με σταθερά καθορισμένες ιδιότητες. Αυτό δε σημαίνει ότι το αναφερόμενο δεν υπάρχει έξω από την πραγματοποίησή του στο διάλογο» (ibid., 34).

Η σημειωτιστές υποστηρίζουν, ότι τα σημεία σχετίζονται με τα σημαινόμενά τους μέσω κοινωνικών συμβάσεων, τις οποίες έχουμε μάθει. Συνηθίζουμε τόσο πολύ να χρησιμοποιούμε τις συμβάσεις αυτές σε διάφορα μέσα, που μοιάζουν 'φυσικές' και μπορεί να είναι δύσκολο για μας να συνειδητοποιούμε τη συμβατική φύση των σχέσεων αυτών. Όταν παίρνουμε τις σχέσεις αυτές ως δεδομένες, θεωρούμε το σημαινόμενο ως άμεσο ή 'διάφανο', όπως όταν ερμηνεύουμε την τηλεόραση ή τη φωτογραφία ως 'παράθυρο στον κόσμο'.

Αυτό αποτελεί ζήτημα ιδεολογικό, αφού, όπως γράφει ο Victor Burgin, «μια ιδεολογία είναι το άθροισμα των πραγματικοτήτων της καθημερινής ζωής που παίρνονται ως δεδομένες» (Burgin 1982, 46). Η σημειωτική μπορεί να βοηθήσει να αντιληφθούμε τι παίρνουμε ως δεδομένο, όταν αναπαριστούμε τον κόσμο, υπενθυμίζοντάς μας ότι πάντοτε ασχολούμαστε με σημεία, όχι με μιαν άμεση αντικειμενική πραγματικότητα, κι ότι τα συστήματα σημείων εμπλέκονται στην κατασκευή της σημασίας. Όπως δήλωσε οValentin Volosinov: «Όπου παρουσιάζεται ένα σημείο, εμφανίζεται και η ιδεολογία» (αναφέρεται στον Gardiner 1992, 14). Συστήματα σημείων βοηθούν να «πολιτογραφείται και να ενισχύεται μια συγκεκριμένη άποψη της πραγματικότητας» (Gardiner 1992, 147). Τα σημεία λειτουργούν για να πείθουν, όσο και για να αναφέρονται. Συνεπώς, η σημειωτική ανάλυση πάντοτε συνεπάγεται την ιδεολογική ανάλυση. Αν τα σημεία δεν εικονίζουν απλώς την πραγματικότητα, αλλά εμπλέκονται στην κατασκευή της, τότε εκείνοι που ελέγχουν τα συστήματα σημείων, ελέγχουν την κατασκευή της πραγματικότητας. Αυτό δεν επιτυγχάνεται χωρίς μάχη. Όπως παρατηρεί ο John Hartley «διαμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις προσπαθούν να 'σταθεροποιήσουν' το σημασιοδοτικό δυναμικό κάθε σημείου με έναν αξιολογικό τόνο σύμφωνο με τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους» και παράλληλα προσπαθούν να παρουσιάζουν τις αξιολογικές διαφορές ως διαφορές σχετικές με τα δεδομένα (Hartley 1982, 23, 24). Για τον Roland Barthes ποικίλλοι κώδικες συμβάλλουν στην αναπαραγωγή της αστικής ιδεολογίας κάνοντάς την να φαίνεται φυσική, κατάλληλη και αναπόφευκτη (Hawkes 1977, 107). Δε χρειάζεται να είναι κανείς μαρξιστής για να εκτιμά ότι μπορεί να είναι απελευθερωτικό να συνειδητοποιεί τίνος η άποψη της πραγματικότητας ευνοείται σε κάποια παρόμοια διαδικασία. Οι Thwaites et al. βλέπουν ότι αποστολή της σημειωτικής ανάλυσης είναι η «απόρριψη της φυσικότητας των κειμένων, και η απόδειξη ότι οι κοινότυπες σημασίες τους δεν είναι δεδομένες, αλλά το προϊόν ιδεολογικής κωδικοποίησης» (Thwaites et al. 1994, 161).

Στη μελέτη των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η σημειωτική προσέγγιση μπορεί να κατευθύνει την προσοχή μας σε τέτοιες πρακτικές που παίρνονται ως δεδομένες, όπως η κλασική χολλυγουντιανή σύμβαση της 'αθέατης διασκευής', η οποία εξακολουθεί να είναι το κύριο στυλ διασκευής στο λαϊκό κινηματογράφο και την τηλεόραση. Οι σημειωτικές αναλύσεις μπορεί να μας επιστήσουν την προσοχή στο ότι αυτή είναι μια παραπλανητική σύμβαση, που μάθαμε να δεχόμαστε ως 'φυσική' στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Ευρύτερα, ο Pierre Guiraud ισχυρίστηκε ότι «αποτελεί αναμφίβολα μια από τις κύριες αποστολές της σημειολογίας να αποδείξει την ύπαρξη των συστημάτων σε τρόπους σημασιοδότησης που δίνουν την εντύπωση ότι είναι ασυστηματοποίητοι » (Guiraud 1975, 30). Σε σχέση με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, η σημειωτική έχει κάνει διακεκριμένες θεωρητικές συμβολές. Σε σχέση με την ψυχανάλυση, η σημειωτική εισήγαγε επίσης τη θεωρία της 'τοποθέτησης του υποκειμένου' (του θεατή) σε σχέση με το κείμενο του φιλμ (Hayward 1996, 19, 312, 353). Ενώ αυτή η στρουκτουραλιστική θέση μπορεί να έχει ενισχύσει το μύθο ότι η επίδραση των μέσων επικοινωνίας είναι ακατανίκητη, η έμφαση των κοινωνικών σημειωτιστών στην ποικιλία της ερμηνείας που μπορεί να δοθεί (μέσα στις κοινωνικές παραμέτρους) αντιτέθηκε στην προγενέστερη τάση εξίσωσης του 'περιεχομένου' με τη σημασία και της άμεσης μετάφρασής της σε 'επίδραση των μέσων'

Ως προσέγγιση στην επικοινωνία, η οποία επικεντρώνεται στη σημασία και την ερμηνεία, η σημειωτική αντιτίθεται στο υπεραπλουστευτικό υπόδειγμα μετάδοσης, το οποίο εξισώνει τη σημασία με το 'μήνυμα' (ή περιεχόμενο). Τα σημεία δε 'μεταδίδουν' απλώς σημασίες, αλλά συνιστούν το μέσο με το οποίο δημιουργούνται οι σημασίες. Η σημειωτική μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε ότι η σημασία δεν απορροφάται παθητικά, αλλά δημιουργείται μόνο κατά την ενεργό διαδικασία της ερμηνείας. Σε σχέση με τις έντυπες διαφημίσεις, ο William Leiss κι οι συνεργάτες του γράφουν:

{{|παράθεση|Η σημειολογική προσέγγιση.. εισηγείται ότι η σημασία μιας διαφήμισης δεν επιπλέει στην επιφάνεια, περιμένοντας απλώς να την απορροφήσει ο θεατής, αλλά δημιουργείται από τους τρόπους που τα διάφορα σημεία οργανώνονται και σχετίζονται μεταξύ τους, τόσο μέσα στη διαφήμιση όσο και με εξωτερικές αναφορές σε ευρύτερα συστήματα αξιών. Ειδικότερα, για να κατανοηθεί η διαφήμιση, ο αναγνώστης ή ο θεατής πρέπει να κάνει κάποια 'δουλειά'. Επειδή η σημασία δε βρίσκεται εκεί στη σελίδα, πρέπει να κάνει προσπάθεια να την κατανοήσει.|(Leiss et al. 1990, 201-2)}}

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για κείμενα σε άλλα genres και άλλα μέσα. Οι έννοιες που δημιουργούνται από ένα μόνο σημείο είναι πολλαπλές. Η σημειωτική τονίζει «τον άπειρο πλούτο της ερμηνείας …στην οποίαν υπόκεινται τα σημεία» (Sturrock 1986, 101).

Ο Volosinov αναφέρθηκε στην πολυ-τονικότητα του σημείου – τη δυνατότητα ποικίλλων ερμηνειών του ιδίου σημείου ανάλογα με τα ιδιαίτερα κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια. Ενώ η έμφαση στο ρόλο των ερμηνευτών ενός κειμένου βοήθησε να μειώσει τη ρομαντική εμμονή στο ρόλο του συγγραφέα (π.χ. του δημιουργού ενός φιλμ), η σημειωτική έννοια της διακειμενικότητας (τονίζοντας αυτό που τα κείμενα χρωστούν σε άλλα κείμενα), συνέβαλε στην υπονόμευση του μύθου της 'πρωτοτυπίας'. Τα άτομα δεν περιορίζονται στη δημιουργία σημασιών. Όπως το έθεσε ο Stuart Hall τα «συστήματα σημείων μας… μας μιλούν όσο μιλούμε κι εμείς μέσα και δια μέσου αυτών» (Hall 1977, 328).

Η 'κοινή-λογική' εισηγείται ότι 'εγώ' είμαι ένα μοναδικό άτομο με σταθερή, ενιαία ταυτότητα. Η σημειωτική μπορεί να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε ότι τέτοιες έννοιες δημιουργεί και διατηρεί η εξάρτησή μας από συστήματα σημείων: η έννοια της ταυτότητας δημιουργείται μέσω σημείων. Δημιουργούμε μιαν έννοια του 'εαυτού' από την άντληση συμβατικών, προϋποαρχόντων συνόλων σημείων και κωδίκων τους οποίους δε δημιουργήσαμε εμείς. Είμαστε λοιπόν υποκείμενα των κοινωνικών σημειωτικών διαδικασιών – δημιουργημένοι από αυτά. Ο Pierre Guiraud προχωρεί παρακάτω: «Ο άνθρωπος [sic] είναι ο φορέας και η ουσία του σημείου, είναι τόσο ο σημαίνων όσο και ο σημαινόμενος. Στην πραγματικότητα, είναι ένα σημείο και συνεπώς μια σύμβαση» (Guiraud 1975, 83). Η μεταμοντέρνα έννοια των διασπασμένων και μεταβαλλομένων ταυτοτήτων μπορεί να δώσει χρήσιμη διόρθωση στο μύθο του ενιαίου εαυτού. Αλλά αντίθετα από αυτές τις μεταμοντέρνες θέσεις, οι οποίες απλώς εξυμνούν τον ριζοσπαστικό σχετικισμό, η σημειωτική μπορεί να μας βοηθήσει να εστιασθούμε στο πώς κατανοούμε τους εαυτούς μας, ενώ η κοινωνική σημειωτική μας αγκιστρώνει στη μελέτη των κατεστημένων πρακτικών, που αφορούν την κατασκευή ταυτοτήτων, και στο ρόλο που παίζει η εμπλοκή μας με τα συστήματα σημείων στη διαδικασία αυτή. Ο Justin Lewis γράφει ότι «είμαστε τμήμα ενός προοργανωμένου σημειολογικού κόσμου. Από την κούνια ώς τον τάφο ενθαρρυνόμαστε από το σχήμα του περιβάλλοντός μας να αλληλοδρούμε με τον κόσμο των σημαινόντων με συγκεκριμένους τρόπους» (Lewis 1991, 30).

Ο Guy Cook ισχυρίζεται ότι «σαράντα χρόνια πριν, η μέθοδος ήταν επαναστατική και συνάρπασε δικαίως τη φαντασία των διανοουμένων, όχι μόνο για την πρόσθετη συνθετότητα, που θα μπορούσε να συνεισφέρει στην ανάλυση, αλλά επίσης για τις πολιτικές και φιλοσοφικές της προεκτάσεις. Τα οράματα των πολιτισμών και των πολιτιστικών κατασκευών, όσο κι αν διαφέρουν επιφανειακά, όσο όμοια κι αν είναι ουσιαστικά, ήταν ένα ισχυρό όπλο εναντίον του ρατσισμού και του πολιτιστικού σωβινισμού και προσφέρουν την ελπίδα ανακάλυψης των αφηρημένων γενικών δομών της ανθρώπινης κουλτούρας» (Cook 1992, 70-71). Οι θεωρητικοί φεμινιστές γράφουν ότι η στρουκτουραλιστική σημειωτική ήταν σημαντική για τους φεμινιστές ως όπλο εναντίον των κριτικών της υπεραπλούστευσης και του ουσιαστικισμού (reductionism and essentialism) και «διευκόλυνε την ανάλυση των αντιφατικών εννοιών και ταυτοτήτων» (Franklin et al. 1996, 263). Η σημειωτική προσπάθησε να μελετήσει τα πολιτιστικά τεχνουργήματα και τις πρακτικές οποιουδήποτε είδους με βάση ενιαίες αρχές, στην καλύτερη περίπτωση δίνοντας κάποια συνέπεια στη μελέτη των επικοινωνιακών μέσων και στις πολιτιστικές σπουδές. Ενώ η σημειωτική ανάλυση εφαρμοζόταν ευρέως σε φιλολογικά, καλλιτεχνικά και μουσικά έργα, εφαρμόστηκε και στην αποκωδικοποίηση μιας πλατειάς ποικιλίας λαϊκών πολιτιστικών φαινομένων. Έτσι βοήθησε στην ενθάρρυνση της σοβαρής μελέτης της λαίκής κουλτούρας.

Σε μιαν όλο και περισσότερο οπτική εποχή, μια σημαντική συμβολή της σημειωτικής από την εποχή του Roland Barthes κι έπειτα, ήταν το ενδιαφέρον για τα εικονικά και λεκτικά σημεία, ειδικά στο πλαίσιο της διαφήμισης, της φωτογραφίας και των οπτικοακουστικών μέσων. Η σημειωτική μπορεί να μας ενθαρρύνει να μην εγκαταλείψουμε ένα συγκεκριμένο μέσο επειδή έχει λιγότερη αξία από ένα άλλο: οι κριτικοί φιλολογικών έργων και κινηματογράφου θεωρούν συχνά την τηλεόραση ως μικρότερης αξίας από το μυθιστόρημα ή τον καλλιτεχνικό κινηματογράφο. Για τους ελιτιστές φιλολογικούς κριτικούς, βέβαια, αυτό θα αποτελούσε αδυναμία της σημειωτικής. Δυνητικά, η σημειωτική θα μπορούσε να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των διαφόρων επικοινωνιακών μέσων. Θα μπορούσε να μας βοηθήσει να αποφύγουμε την προτίμηση λόγω συνήθειας ενός σημειωτικού τρόπου αντί κάποιου άλλου – όπως η ομιλία έναντι της γραφής ή η λεκτική έναντι της εξωλεκτικής επικοινωνίας. Χρειαζόμαστε να αναγνωρίσουμε, όπως έγραψαν ο Gunther Kress και ο Theo van Leeuwen, ότι «διαφορετικοί σημειωτικοί τρόποι – ο οπτικός, ο λεκτικός, ο χειρονομικός….έχουν τις δυνατότητες και τους περιορισμούς τους» (Kress & van Leeuwen 1996, 31). Τέτοια συνειδητοποίηση θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναγνώριση της σημασίας της εξοικείωσής μας με τα νέα μέσα σε μια μεταβαλλόμενη σημειωτική οικολογία.